Greek Vocabulary
Click on letter: GT-Google Translate; GD-Google Define; H-Collins; L-Longman; M-Macmillan; O-Oxford; © or C-Cambridge

GT GD C H L M O
a

GT GD C H L M O
abroad /əˈbrɔːd/ = ADVERB: στο εξωτερικό, απέξω, μακράν, έξω από το σπίτι, εκτενώς, ευρεώς, σε πλάνη, σε ταξίδι, στο ύπαιθρο, στην αλλοδάπη; NOUN: εξωτερικό; USER: στο εξωτερικό, εξωτερικό, εξωτερικού, το εξωτερικό, αλλοδαπή

GT GD C H L M O
achievements /əˈtʃiːv.mənt/ = NOUN: κατόρθωμα, άθλος; USER: επιτεύγματα, επιτευγμάτων, τα επιτεύγματα, επιτεύγματά, επιτυχίες

GT GD C H L M O
added /ˈæd.ɪd/ = VERB: προσθέτω, αθροίζω; USER: προστέθηκε, προστεθεί, προστιθέμενη, προστίθεται, πρόσθεσε

GT GD C H L M O
address /əˈdres/ = NOUN: διεύθυνση, προσφώνηση; VERB: απευθύνομαι, απευθύνω, διευθύνω, προσφωνώ; USER: διεύθυνση, τη διεύθυνση, διεύθυνσης, διευθύνσεων, τόπο

GT GD C H L M O
addressing /əˈdres/ = VERB: απευθύνομαι, απευθύνω, διευθύνω, προσφωνώ; USER: αντιμετώπιση, αντιμετώπιση των, την αντιμετώπιση, αντιμετωπίζοντας, αντιμετώπιση της

GT GD C H L M O
administration /ədˌmɪn.ɪˈstreɪ.ʃən/ = NOUN: διαχείριση, διοίκησις, διαχείρησις; USER: διαχείριση, χορήγηση, διοίκηση, διοίκησης, χορήγησης

GT GD C H L M O
age /eɪdʒ/ = NOUN: ηλικία, εποχή; VERB: γηράσκω, γερνώ, παλαιώνω; USER: ηλικία, εποχή, ηλικίας, την ηλικία, ετών

GT GD C H L M O
agriculture /ˈagriˌkəlCHər/ = NOUN: γεωργία, γεωπονία; USER: γεωργία, γεωργίας, τη γεωργία, της γεωργίας, τομέα της γεωργίας

GT GD C H L M O
all /ɔːl/ = ADJECTIVE: όλα, όλες, όλοι, όλη, όλο, όλος, πας, απάντες; NOUN: το όλο; ADVERB: όλως; USER: όλα, όλες, όλοι, όλη, όλο, όλο

GT GD C H L M O
almost /ˈɔːl.məʊst/ = ADVERB: téměř, skoro; USER: σχεδόν, περίπου, σχεδόν σε, σχεδόν το, σχεδόν το

GT GD C H L M O
also /ˈɔːl.səʊ/ = ADVERB: επίσης, επί πλέον; USER: επίσης, και, επίσης να, επίσης να

GT GD C H L M O
an /ən/ = ARTICLE: ένα, μια, ένας; USER: ένα, μια, ένας, μία, η

GT GD C H L M O
and /ænd/ = CONJUNCTION: και; USER: και, και την, και να, και της, και των, και των

GT GD C H L M O
appeared /əˈpɪər/ = VERB: εμφανίζομαι, φαίνομαι; USER: εμφανίστηκε, εμφανίστηκαν, φαίνεται, φάνηκε, φαινόταν

GT GD C H L M O
architecture /ˈɑː.kɪ.tek.tʃər/ = NOUN: αρχιτεκτονική; USER: αρχιτεκτονική, αρχιτεκτονικής, την αρχιτεκτονική, αρχιτεκτονική του

GT GD C H L M O
archives /ˈɑː.kaɪv/ = NOUN: αρχεία; USER: αρχεία, αρχείων, Archives, αρχείο, τα αρχεία

GT GD C H L M O
as /əz/ = CONJUNCTION: ως, καθώς, επειδή; USER: ως, καθώς, όπως, και, και

GT GD C H L M O
at /ət/ = PREPOSITION: στο, κατά, στη, στον, εις, εν; NOUN: παπάκι; USER: στο, κατά, στη, στον, σε, σε

GT GD C H L M O
attestation /ˌæt.esˈteɪ.ʃən/ = NOUN: μαρτυρία, επιβεβαίωση; USER: βεβαίωση, βεβαίωσης, βεβαιώσεως, πιστοποίησης, πιστοποίηση

GT GD C H L M O
basis /ˈbeɪ.sɪs/ = NOUN: βάση, αρχή; USER: βάση, βάσει, βάσης, βάσεις, με βάση

GT GD C H L M O
be /biː/ = USER: be-, be, είναι, υπάρχω, γίνομαι; USER: είναι, να, να είναι, ήταν, θα, θα

GT GD C H L M O
became /bɪˈkeɪm/ = VERB: γίνομαι, πάω, καθίσταμαι, αποβαίνω, καταλήγω, αρμόζω; USER: έγινε, κατέστη, έγιναν, γίνει, άρχισε, άρχισε

GT GD C H L M O
been /biːn/ = USER: ήταν, έχουν, έχει, υπήρξε, πάει, πάει

GT GD C H L M O
before /bɪˈfɔːr/ = CONJUNCTION: προτού, πριν να, προτιμότερο του να; ADVERB: μπροστά, ενώπιο; PREPOSITION: μπροστά; USER: προτού, πριν να, μπροστά, πριν, πριν από, πριν από

GT GD C H L M O
beginnings /bɪˈɡɪn.ɪŋ/ = NOUN: αρχή; USER: απαρχές, αρχή, αρχές, ξεκίνημα, ξεκίνημά

GT GD C H L M O
being /ˈbiː.ɪŋ/ = NOUN: ύπαρξη, ο, ζωή, ουσία, υπόσταση; USER: ύπαρξη, είναι, να, να είναι, που είναι, που είναι

GT GD C H L M O
besides /bɪˈsaɪdz/ = PREPOSITION: εκτός; ADVERB: άλλωστε, προς τούτοις; USER: εκτός, εκτός από, εκτός αυτού

GT GD C H L M O
books /bʊk/ = NOUN: βιβλίο; VERB: εγγράφω; USER: βιβλία, τα βιβλία, βιβλίων, books, βιβλία που, βιβλία που

GT GD C H L M O
bridges /brɪdʒ/ = NOUN: γέφυρα, γεφύρωμα; VERB: γεφυρώνω; USER: γέφυρες, γεφυρών, γεφύρια

GT GD C H L M O
building /ˈbɪl.dɪŋ/ = NOUN: κτίριο, οικοδομή; USER: κτίριο, κτιρίου, κτήριο, οικοδόμηση, κτηρίου

GT GD C H L M O
bulletin /ˈbʊl.ə.tɪn/ = NOUN: δελτίο; USER: δελτίο, ΔΕΛΤΙΟ, ανακοινώσεων, Bulletin, ενημερωτικό δελτίο

GT GD C H L M O
but /bʌt/ = CONJUNCTION: αλλά, πλην, μόλις; PREPOSITION: εκτός; USER: αλλά, όμως, αλλά και, αλλά η, αλλά η

GT GD C H L M O
by /baɪ/ = PREPOSITION: με, υπό; ADVERB: δίπλα, πλησίον; USER: με, από, κατά, από την, από τον, από τον

GT GD C H L M O
can /kæn/ = VERB: μπορώ, δύναμαι, κονσερβοποιώ; NOUN: κουτί, κονσέρβα, μεταλλικό δοχείο, κονσερβοκούτι, μπιτόνι, τενεκές; USER: μπορώ, μπορεί, να, μπορεί να, μπορούν

GT GD C H L M O
categories /ˈkæt.ə.ɡri/ = NOUN: κατηγορία, τάξη; USER: κατηγορίες, κατηγοριών, τις κατηγορίες, κατηγορία

GT GD C H L M O
central /ˈsen.trəl/ = ADJECTIVE: κεντρικός, επίκεντρος; USER: κεντρικός, Κεντρική, κεντρικό, κεντρικές, κεντρικής

GT GD C H L M O
classified /ˈklæs.ɪ.faɪd/ = VERB: κατατάσσω, ταξινομώ; USER: ταξινομούνται, κατατάσσονται, ταξινομηθεί, κατατάσσεται, ταξινομείται

GT GD C H L M O
collection /kəˈlek.ʃən/ = NOUN: συλλογή, είσπραξη, έρανος, σωρός; USER: συλλογή, είσπραξη, συλλογής, τη συλλογή, είσπραξης

GT GD C H L M O
commerce /ˈkɒm.ɜːs/ = NOUN: εμπόριο; USER: εμπόριο, Εμπορίου, Commerce, εμπορικά, το εμπόριο

GT GD C H L M O
communicated /kəˈmyo͞onəˌkāt/ = VERB: επικοινωνώ, ανακοινώνω, μεταδίδω, συνεννοούμαι, κοινωνώ, μεταβιβάζω; USER: κοινοποιούνται, γνωστοποιούνται, κοινοποιείται, ανακοινώνονται, κοινοποιηθεί

GT GD C H L M O
complexity /kəmˈplek.sɪ.ti/ = NOUN: περίπλοκο, πολυσύνθετο, περιπλοκή; USER: περίπλοκο, πολυσύνθετο, πολυπλοκότητα, πολυπλοκότητας, την πολυπλοκότητα

GT GD C H L M O
considered /kənˈsɪd.əd/ = VERB: θεωρώ, εξετάζω, σκέπτομαι, μελετώ, λαμβάνω υπ' όψιν; USER: θεωρούνται, θεωρείται, θεωρηθούν, θεωρείται ότι, εξέτασε

GT GD C H L M O
contact /ˈkɒn.tækt/ = NOUN: επαφή, γνωριμία; VERB: έρχομαι σε επαφή, συναντώ, έρχομαι εις επαφήν; USER: επαφή, επικοινωνήστε, επικοινωνήσετε, επικοινωνήστε με, επικοινωνήσετε με

GT GD C H L M O
continuing /kənˈtɪn.juː/ = VERB: συνεχίζω, εξακολουθώ, συνεχίζομαι; USER: συνεχίζοντας, συνεχιζόμενη, συνεχίζει, συνέχιση, συνεχή

GT GD C H L M O
copies /ˈkɒp.i/ = NOUN: αντίγραφο, αντίτυπο, αντιγραφή, κόπια, ύλη; VERB: αντιγράφω; USER: αντίγραφα, αντιγράφων, αντίτυπα, τα αντίγραφα, αντιτύπων

GT GD C H L M O
countries /ˈkʌn.tri/ = NOUN: χώρα, πατρίδα, εξοχή, ύπαιθρος, πατρίς; USER: χώρες, χωρών, οι χώρες, των χωρών, τις χώρες

GT GD C H L M O
country /ˈkʌn.tri/ = NOUN: χώρα, πατρίδα, εξοχή, ύπαιθρος, πατρίς; ADJECTIVE: εξοχικός, χωριάτικος; USER: χώρα, χώρας, χωρών, τη χώρα, χώρες

GT GD C H L M O
courses /kɔːs/ = NOUN: πορεία, σειρά μαθημάτων, διαδρομή, πέρασμα, δρόμος, φαγητό; USER: μαθήματα, μαθημάτων, τα μαθήματα, γήπεδα, προγράμματα

GT GD C H L M O
created /kriˈeɪt/ = VERB: δημιουργώ, πλάττω; USER: Δημιουργία, δημιουργήθηκε, δημιουργείται, δημιουργούνται, δημιούργησε, δημιούργησε

GT GD C H L M O
development /dɪˈvel.əp.mənt/ = NOUN: ανάπτυξη, εξέλιξη, αξιοποίηση, εμφάνιση; USER: ανάπτυξη, εξέλιξη, ανάπτυξης, την ανάπτυξη, της ανάπτυξης

GT GD C H L M O
didactic /daɪˈdæk.tɪk/ = ADJECTIVE: διδακτικός; USER: διδακτικός, διδακτική, διδακτικό, διδακτικές, διδακτικών

GT GD C H L M O
different /ˈdɪf.ər.ənt/ = ADJECTIVE: διαφορετικός, αλλοιώτικος; USER: διαφορετικός, διαφορετικές, διαφορετικά, διαφορετική, διαφόρων, διαφόρων

GT GD C H L M O
disciplines /ˈdɪs.ə.plɪn/ = NOUN: πειθαρχία, γυμνάζω; USER: κλάδους, κλάδων, επιστήμες, ειδικότητες, επιστημονικούς κλάδους

GT GD C H L M O
discontinuous /ˌdɪs.kənˈtɪn.ju.əs/ = ADJECTIVE: διακεκομμένος; USER: ασυνεχείς, ασυνεχής, ασυνεχή, ασυνεχούς, ασυνεχές

GT GD C H L M O
discussed /dɪˈskʌs/ = VERB: συζητώ; USER: συζητήθηκε, συζητήθηκαν, συζητούνται, συζητηθεί, συζήτησε

GT GD C H L M O
document /ˈdɒk.jʊ.mənt/ = NOUN: έγγραφο, ντοκουμέντο; VERB: τεκμηριώνω; USER: έγγραφο, εγγράφου, τον, εγγράφων, έγγραφο που

GT GD C H L M O
documentary /ˌdɒk.jʊˈmen.tər.i/ = NOUN: ντοκυμαντέρ, βασιζόμενος επί εγγράφων; USER: ντοκυμαντέρ, ντοκιμαντέρ, εγγράφων, έγγραφα, τεκμηρίωσης

GT GD C H L M O
education /ˌed.jʊˈkeɪ.ʃən/ = NOUN: εκπαίδευση, παιδεία, αγωγή, μόρφωση, διαπαιδαγώγηση, παιδαγώγηση; USER: εκπαίδευση, παιδεία, μόρφωση, εκπαίδευσης, της εκπαίδευσης

GT GD C H L M O
end /end/ = NOUN: τέλος, άκρο, λήξη, πέρας, τέρμα, σκοπός, φινάλε; VERB: τελειώνω, περατώνω; USER: τέλος, άκρο, λήξη, τέλη, σκοπό, σκοπό

GT GD C H L M O
engineering /ˌenjəˈni(ə)r/ = NOUN: μηχανική; USER: μηχανική, μηχανικής, μηχανικού, μηχανικών, τεχνικής

GT GD C H L M O
engineers /ˌen.dʒɪˈnɪər/ = NOUN: μηχανικός, μηχανοδηγός; VERB: σχεδιάζω; USER: μηχανικούς, μηχανικοί, οι μηχανικοί, μηχανικών, μηχανικοί της

GT GD C H L M O
equally /ˈiː.kwə.li/ = ADVERB: εξίσου; USER: εξίσου, επίσης, ίδιο, εξ ίσου, ισότιμα

GT GD C H L M O
existed /ɪɡˈzɪst/ = VERB: υπάρχω, ζω, υφίσταμαι; USER: υπήρχε, υπήρχαν, υφίστατο, υπήρξε, υπήρξαν

GT GD C H L M O
exists /ɪɡˈzɪst/ = VERB: υπάρχω, ζω, υφίσταμαι; USER: υπάρχει, υφίσταται, υπάρχουν, ισχύει

GT GD C H L M O
february /ˈfeb.ru.ər.i/ = NOUN: Φεβρουάριος, Φλεβάρης; USER: Φεβρουάριος, Φλεβάρη, Φεβ., Φεβ, Φεβρουάριο

GT GD C H L M O
firmly /ˈfɜːm.li/ = ADVERB: σταθερά; USER: σταθερά, ακράδαντα, σθεναρά, καλά, αποφασιστικά

GT GD C H L M O
first /ˈfɜːst/ = ADVERB: πρώτα, first-, first; USER: πρώτα, πρώτος, πρώτη, πρώτο, πρώτοι, πρώτοι

GT GD C H L M O
following /ˈfɒl.əʊ.ɪŋ/ = NOUN: εξής, παρακολούθηση, ακολουθία; ADJECTIVE: ακόλουθος; USER: εξής, μετά, μετά από, κατόπιν, μετά την, μετά την

GT GD C H L M O
for /fɔːr/ = PREPOSITION: για, επί, υπέρ, περί, διά, χάριν, εις, ένεκα; CONJUNCTION: διότι; USER: για, για την, για το, για τη, για τις, για τις

GT GD C H L M O
formation /fɔːˈmeɪ.ʃən/ = NOUN: σχηματισμός, διαμόρφωση, συγκρότηση, πλάση, σύσταση επιχείρησης; USER: σχηματισμός, διαμόρφωση, συγκρότηση, σχηματισμό, σχηματισμού

GT GD C H L M O
forms /fɔːm/ = NOUN: μορφή, φόρμα, σχήμα, τύπος, τρόπος, έντυπο υπόδειγμα; VERB: σχηματίζω, διαμορφώνω, συγκροτώ, μορφώ; USER: έντυπα, μορφές, εντύπων, φόρμες, μορφών

GT GD C H L M O
foundation /faʊnˈdeɪ.ʃən/ = NOUN: θεμέλιο, ίδρυμα, θεμέλια, θεμελίωση; USER: θεμέλιο, ίδρυμα, θεμέλια, θεμελίωση, Ιδρύματος

GT GD C H L M O
from /frɒm/ = PREPOSITION: από, εκ, παρά; USER: από, από την, από το, από τις, από τη, από τη

GT GD C H L M O
function /ˈfʌŋk.ʃən/ = NOUN: λειτουργία, υπηρεσία, δεξίωση, υπούργημα; USER: λειτουργία, λειτουργίας, συνάρτηση, τη λειτουργία, η λειτουργία

GT GD C H L M O
fundamental /ˌfəndəˈmentl/ = ADJECTIVE: θεμελιώδης, βασικός; USER: θεμελιώδης, θεμελιωδών, θεμελιώδη, θεμελιώδεις, των θεμελιωδών

GT GD C H L M O
genuine /ˈdʒen.ju.ɪn/ = ADJECTIVE: γνήσιος, αληθινός, αληθής, βέρος; USER: γνήσιος, γνήσια, πραγματική, γνήσιο, πραγματικό

GT GD C H L M O
great /ɡreɪt/ = ADJECTIVE: μεγάλος, σπουδαίος, μέγας; USER: μεγάλος, μεγάλη, μεγάλο, μεγάλες, great, great

GT GD C H L M O
greek /ɡriːk/ = NOUN: ελληνικά, Ελληνικός, Έλληνας, ελληνίδα, Έλλην; ADJECTIVE: ελληνικός; USER: ελληνικά, Έλληνας, ελληνικές, Έλληνα, Ελληνίδες

GT GD C H L M O
had /hæd/ = VERB: έχω, λαμβάνω, αναγκάζομαι, κατέχω, γαμώ; USER: είχε, είχαν, έπρεπε, ήταν, έχει, έχει

GT GD C H L M O
hall /hɔːl/ = NOUN: αίθουσα, προθάλαμος, διάδρομος, μεγάλη αίθουσα, χόλ; USER: αίθουσα, Hall, αίθουσας, χώρο, χολ

GT GD C H L M O
has /hæz/ = VERB: έχω, λαμβάνω, αναγκάζομαι, κατέχω, γαμώ; USER: έχει, διαθέτει, πρέπει, πρέπει

GT GD C H L M O
have /hæv/ = VERB: έχω, λαμβάνω, αναγκάζομαι, κατέχω, γαμώ; USER: έχω, έχουν, έχει, πρέπει, έχετε, έχετε

GT GD C H L M O
here /hɪər/ = ADVERB: εδώ; USER: εδώ, εδώ για, here, εδώ και, εδώ και κάτω, εδώ και κάτω

GT GD C H L M O
highways /ˈhaɪ.weɪ/ = NOUN: αυτοκινητόδρομος, εθνική οδός, πλατύς κύριος δρόμος; USER: αυτοκινητόδρομους, αυτοκινητόδρομοι, αυτοκινητοδρόμων, αυτοκινητοδρόμους, λεωφόρους

GT GD C H L M O
holds /həʊld/ = NOUN: αμπάρι, κύτος, κράτηση, πιάσιμο; VERB: κρατώ, κατέχω, συγκρατώ, διατηρώ, βαστάζω, πιάνω; USER: κατέχει, έχει, κάτοχος, κατέχει το, κρατά

GT GD C H L M O
i /aɪ/ = PRONOUN: εγώ; USER: εγώ, i, Ι, θ, μπορώ

GT GD C H L M O
important /ɪmˈpɔː.tənt/ = ADJECTIVE: σπουδαίος, σοβαρός, βαρυσήμαντος; USER: σημαντικό, σημαντική, σημαντικά, σημαντικές, σημαντικός, σημαντικός

GT GD C H L M O
in /ɪn/ = PREPOSITION: σε, εν, εντός, εις, μέσα; USER: σε, στην, στο, στη, στον, στον

GT GD C H L M O
inaugurated /ɪˈnɔː.ɡjə.reɪt/ = VERB: εγκαινιάζω, κηρύσσω την έναρξη; USER: εγκαινιάστηκε, εγκαινιάζεται, εγκαινίασε, εγκαινίασαν, εγκαινιάσθηκε,

GT GD C H L M O
included /ɪnˈkluːd/ = ADJECTIVE: συμπεριλαμβανομένος; USER: περιλαμβάνονται, συμπεριλαμβάνονται, περιλαμβάνεται, συμπεριληφθούν, που περιλαμβάνονται

GT GD C H L M O
institution /ˌɪn.stɪˈtjuː.ʃən/ = NOUN: ίδρυμα, θεσμός, σύσταση, κατάστημα; USER: ίδρυμα, θεσμός, όργανο, φορέα, ιδρύματος

GT GD C H L M O
into /ˈɪn.tuː/ = PREPOSITION: σε, μέσα, εντός, εις; USER: σε, μέσα, στην, στο, στη, στη

GT GD C H L M O
inventory /ˈɪn.vən.tər.i/ = NOUN: καταγραφή εμπορευμάτων, απογραφή εμπορευμάτων; USER: απογραφή, απογραφής, απόθεμα, αποθέματος, αποθεμάτων

GT GD C H L M O
is /ɪz/ = USER: είναι, είναι η, αποτελεί, έχει, βρίσκεται, βρίσκεται

GT GD C H L M O
it /ɪt/ = PRONOUN: το, αυτό; USER: αυτό, το, είναι, να, ότι, ότι

GT GD C H L M O
its /ɪts/ = PRONOUN: του, αυτού του, δικό του; USER: του, της, τους, τους

GT GD C H L M O
joining /dʒɔɪn/ = VERB: ενώνω, συνδέω, λαμβάνω μέρος, προσχωρώ, συνάπτω, σμίγω, συναρμόζω; USER: ενώνει, ένταξή, που ενώνει, την ένταξή, συνδέει

GT GD C H L M O
language /ˈlæŋ.ɡwɪdʒ/ = NOUN: γλώσσα; USER: γλώσσα, γλώσσας, γλωσσών, γλώσσες, γλωσσικές, γλωσσικές

GT GD C H L M O
later /ˈleɪ.tər/ = ADVERB: αργότερα, ύστερα; NOUN: βραδύτερο; ADJECTIVE: ύστερος, νεώτερος, υστερόχρονος, βραδύτερος; USER: αργότερα, αργότερο, μεταγενέστερη, μετά, μεταγενέστερο

GT GD C H L M O
latin /ˈlæt.ɪn/ = NOUN: λατινικά, Λατίνος; ADJECTIVE: λατινικός; USER: λατινικά, latin, Λατινική, της Λατινικής, λατινικούς

GT GD C H L M O
learning /ˈlɜː.nɪŋ/ = NOUN: vzdělání, studium, učenost, vědomost; USER: μάθηση, μάθησης, εκμάθηση, εκμάθησης, μαθησιακές, μαθησιακές

GT GD C H L M O
library /ˈlaɪ.brər.i/ = ADJECTIVE: βιβλιοθήκη; USER: βιβλιοθήκη, βιβλιοθήκης, Library, βιβλιοθηκών, της βιβλιοθήκης

GT GD C H L M O
lodged /lɒdʒ/ = VERB: διαμένω, καταλύω, τοποθετώ, κατοικώ; USER: κατέθεσε, υποβάλλεται, που κατέθεσε, υπέβαλε, κατέθεσαν

GT GD C H L M O
long /lɒŋ/ = ADJECTIVE: μακρύς, μάκρος, χρόνιος; VERB: ποθώ, υπερεπιθυμώ; ADVERB: επί μάκρον; USER: μακρύς, μακρά, καιρό, μεγάλο, μεγάλη, μεγάλη

GT GD C H L M O
looked /lʊk/ = USER: κοίταξε, εξέτασε, φαινόταν, εξέτασαν, έμοιαζε

GT GD C H L M O
many /ˈmen.i/ = ADJECTIVE: πολοί; USER: πολλά, πολλές, πολλοί, πολλούς, πολλών, πολλών

GT GD C H L M O
mark = NOUN: σημάδι, σημείο, βαθμός, μάρκο, στόχος, σκοπός, μάρκο γερμανίας, σημαντήρας; VERB: σημειώνω, μαρκάρω; USER: σήμα, το σήμα, σήματος, σήμανση, σημάδι,

GT GD C H L M O
members /ˈmem.bər/ = NOUN: μέλος, εταίρος, μέτοχος; USER: μέλη, τα μέλη, μελών, μέλη της, μέλη του

GT GD C H L M O
million /ˈmɪl.jən/ = USER: million-, million, εκατομμύριο; USER: εκατομμύριο, εκατομμύρια, εκατ., εκατ. ευρώ, εκατομμυρίων

GT GD C H L M O
ministry /ˈmɪn.ɪ.stri/ = NOUN: υπουργείο, υπηρεσία, ιερατείο, υπουργία, κλήρος; USER: υπουργείο, Υπουργείου, διακονία, του υπουργείου, διακονίας

GT GD C H L M O
moment /ˈməʊ.mənt/ = NOUN: στιγμή, σπουδαιότητα, σπουδαιότης; USER: στιγμή, τη στιγμή, παρόν, στιγμή που, παρόντος, παρόντος

GT GD C H L M O
month /mʌnθ/ = NOUN: μήνας; USER: μήνας, μήνα, μηνός, μηνών, μήνες, μήνες

GT GD C H L M O
most /məʊst/ = ADVERB: πλέον, μάλλον; ADJECTIVE: περισσότερος, πλείστος; NOUN: πλείστο, πλείστοι, μάλιστα; USER: πλέον, πιο, περισσότερες, περισσότερα, περισσότεροι

GT GD C H L M O
mostly /ˈməʊst.li/ = ADVERB: κυρίως, ως επί το πλείστον; USER: ως επί το πλείστον, κυρίως, επί το πλείστον, συνήθως, κύριο λόγο

GT GD C H L M O
national /ˈnæʃ.ən.əl/ = ADJECTIVE: εθνικός, υπήκοος; USER: εθνικός, υπήκοος, εθνικό, εθνικών, εθνικές

GT GD C H L M O
natural /ˈnætʃ.ər.əl/ = ADJECTIVE: φυσικός, φυσιολογικός, εκ φύσεως, έμφυτος; USER: φυσικός, φυσικό, φυσικών, φυσικά, φυσική, φυσική

GT GD C H L M O
necessity /nəˈses.ɪ.ti/ = NOUN: ανάγκη, αναγκαιότητα, χρεία; USER: αναγκαιότητα, ανάγκη, αναγκαιότητας, ανάγκης, αναγκαία

GT GD C H L M O
neighbouring /ˈneɪ.bər.ɪŋ/ = ADJECTIVE: γειτονικός, γειτονικός; USER: γειτονικές, γειτονικών, τις γειτονικές, γειτονικά, γειτονική

GT GD C H L M O
not /nɒt/ = ADVERB: δεν, όχι, μη; USER: δεν, όχι, μη, μην, δεν είναι, δεν είναι

GT GD C H L M O
noted /ˈnəʊ.tɪd/ = ADJECTIVE: φημισμένος, διάσημος, πασίγνωστος; USER: Σημειώνεται, σημείωσε, σημειωθεί, Επισημαίνεται, επισημανθεί

GT GD C H L M O
nowadays /ˈnaʊ.ə.deɪz/ = ADVERB: στην εποχή μας, επί των ημέρων μας, στον καιρό μας; USER: σήμερα, στις μέρες μας, μέρες μας, στις μέρες

GT GD C H L M O
october /ɒkˈtəʊ.bər/ = NOUN: Οκτώβριος; USER: Οκτώβριος, Οκτ., Οκτώβρης, Οκτώβριο, Οκτ

GT GD C H L M O
of /əv/ = PREPOSITION: του, από; USER: από, του, της, των, των

GT GD C H L M O
offer /ˈɒf.ər/ = NOUN: προσφορά, πρόταση; VERB: προσφέρω, προτείνω, προσφέρομαι, προσκομίζω; USER: προσφορά, προσφέρουν, προσφέρει, προσφέρουμε, παρέχουν

GT GD C H L M O
offered /ˈɒf.ər/ = VERB: προσφέρω, προτείνω, προσφέρομαι, προσκομίζω; USER: προσφέρονται, προσφέρεται, που προσφέρονται, προσφέρει, που προσφέρει

GT GD C H L M O
office /ˈɒf.ɪs/ = NOUN: γραφείο, υπηρεσία, αξίωμα, λειτουργία; USER: γραφείο, αξίωμα, υπηρεσία, γραφείου, γραφείων

GT GD C H L M O
on /ɒn/ = PREPOSITION: επί, κατά, προς, επάνω, εμπρός, εις; ADVERB: κατά συνέχεια; USER: επί, κατά, για, σε, σχετικά, σχετικά

GT GD C H L M O
one /wʌn/ = PRONOUN: ένας, κάποιος, εις; USER: ένας, κάποιος, ένα, μία, μια, μια

GT GD C H L M O
only /ˈəʊn.li/ = ADVERB: μόνο; ADJECTIVE: μόνος, μονάκριβος; USER: μόνο, μόνον, μόλις, μόνη, μόνο για, μόνο για

GT GD C H L M O
opposite /ˈɒp.ə.zɪt/ = PREPOSITION: απέναντι, έναντι; NOUN: αντίθετο; ADJECTIVE: αντίθετος, αντίρροπος; USER: απέναντι, αντίθετο, απέναντι από, αντίθετη, αντίθετες

GT GD C H L M O
order /ˈɔː.dər/ = NOUN: παραγγελία, τάξη, εντολή, διαταγή, τάγμα, σύστημα, προσταγή, βαθμός, παράσημο, κανόνας; VERB: διατάσσω, παραγγέλλω, παραγγέλνω, κανονίζω, προστάζω; USER: παραγγελία, τάξη, διαταγή, εντολή, προκειμένου

GT GD C H L M O
organized /ˈɔː.ɡən.aɪzd/ = ADJECTIVE: οργανωμένος; USER: οργανωμένος, διοργάνωσε, οργανώνονται, διοργανώθηκε, οργάνωσε

GT GD C H L M O
other /ˈʌð.ər/ = ADJECTIVE: άλλος; USER: άλλος, άλλα, άλλες, άλλων, άλλους, άλλους

GT GD C H L M O
page /peɪdʒ/ = NOUN: σελίδα, σελιδοποίηση, παις υπηρέτης; VERB: σελιδοποιώ, σελιδογραφώ, ακολουθώ ως υπηρέτης, διαλαλώ το όνομα τίνος; USER: σελίδα, σελίδας, τη σελίδα, της σελίδας, σελίδα του

GT GD C H L M O
passed /pɑːs/ = VERB: περνώ, διαβαίνω, υπερβαίνω, επιψηφίζω; USER: πέρασε, περάσει, πέρασαν, διέρχεται, ψηφίστηκε

GT GD C H L M O
performed /pəˈfɔːm/ = VERB: εκτελώ, παριστάνω εν θεάτρω; USER: εκτελείται, εκτελούνται, πραγματοποιείται, πραγματοποιηθεί, πραγματοποιούνται

GT GD C H L M O
period /ˈpɪə.ri.əd/ = NOUN: περίοδος, διάρκεια; USER: περίοδος, διάρκεια, περίοδο, περιόδου, διάστημα, διάστημα

GT GD C H L M O
planned /plan/ = ADJECTIVE: σχεδιασμένος; USER: προγραμματιστεί, προγραμματίζονται, σχεδιάζονται, προγραμματίζεται, σχεδιάζεται

GT GD C H L M O
possible /ˈpɒs.ə.bl̩/ = ADJECTIVE: δυνατός; USER: δυνατός, δυνατόν, δυνατό, δυνατή, το δυνατόν, το δυνατόν

GT GD C H L M O
powerful /ˈpaʊə.fəl/ = ADJECTIVE: ισχυρός, δυνατός; USER: ισχυρός, δυνατός, ισχυρό, ισχυρή, ισχυρά

GT GD C H L M O
prepare /prɪˈpeər/ = VERB: προετοιμάζω, ετοιμάζω, παρασκευάζω, προπαρασκευάζω; USER: προετοιμασία, προετοιμάσει, την προετοιμασία, προετοιμάζει, προετοιμάσουν

GT GD C H L M O
prince /prɪns/ = NOUN: πρίγκιπας, ηγεμών, πρίγκιψ, βασιλόπαις; USER: πρίγκιπας, πρίγκιπα, πρίγκηπας, πρίγκηπα, prince

GT GD C H L M O
principal /ˈprɪn.sɪ.pəl/ = NOUN: κύριος, κεφάλαιο, εντολέας, αρχικό κεφάλαιο, διευθυντής, σχολάρχης, αυτουργός, αρχηγός, διευθυντής σχολείου; ADJECTIVE: κυριότερος, συμβαλλόμενος, πρωταίτιος; USER: κύριος, κεφάλαιο, κυριότερος, εντολέας, κύρια

GT GD C H L M O
process /ˈprəʊ.ses/ = NOUN: διαδικασία, διεργασία, μέθοδος, πορεία, κατεργασία, πράξη, δικαστική κλήση; VERB: κατεργάζομαι; USER: διαδικασία, διεργασία, μέθοδος, διαδικασίας, τη διαδικασία

GT GD C H L M O
professional /prəˈfeʃ.ən.əl/ = NOUN: επαγγελματίας; ADJECTIVE: επαγγελματικός, εξ επαγγέλματος, επιστημονικός; USER: επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελματική, επαγγελματικών, επαγγελματικό

GT GD C H L M O
professors /prəˈfes.ər/ = NOUN: καθηγητής; USER: καθηγητές, καθηγητών, οι καθηγητές, τους καθηγητές

GT GD C H L M O
protagonists /prəˈtæɡ.ən.ɪst/ = NOUN: πρωταγωνιστής; USER: πρωταγωνιστές, πρωταγωνιστών, οι πρωταγωνιστές, ήρωες, πρωταγωνίστριες,

GT GD C H L M O
public /ˈpʌb.lɪk/ = NOUN: κοινό, δημόσιο; ADJECTIVE: δημόσιος; USER: δημόσιο, κοινό, δημόσιος, δημόσια, δημόσιας

GT GD C H L M O
publications /ˌpʌblɪˈkeɪʃən/ = NOUN: δημοσίευση, έκδοση, δημοσίευμα; USER: δημοσιεύσεις, Εκδόσεις, εκδόσεων, δημοσιεύσεων, δημοσιεύματα

GT GD C H L M O
purpose /ˈpɜː.pəs/ = NOUN: σκοπός, πρόθεση, προορισμός; VERB: σκοπεύω, προτίθεμαι; USER: σκοπός, σκοπό, σκοπούς, σκοπό αυτό, σκοπού

GT GD C H L M O
put /pʊt/ = VERB: βάζω, θέτω, βάλλω; USER: που, θέσει, να θέσει, βάλει, τεθεί, τεθεί

GT GD C H L M O
reached /riːtʃ/ = VERB: φθάνω, εκτείνω, εκτείνομαι; USER: έφθασε, έφτασε, κατέληξε, φτάσει, ανήλθε

GT GD C H L M O
readers /ˈriː.dər/ = NOUN: αναγνώστης, αναγνωστικό; USER: αναγνώστες, τους αναγνώστες, αναγνωστών, οι αναγνώστες, ανάγνωσης

GT GD C H L M O
reading /ˈriː.dɪŋ/ = NOUN: ανάγνωση, διάβασμα, ερμηνεία, ανάγνωσμα; USER: ανάγνωση, διάβασμα, την ανάγνωση, ανάγνωσης, διαβάζοντας, διαβάζοντας

GT GD C H L M O
really /ˈrɪə.li/ = ADVERB: πραγματικά, όντως, πραγματικώς; USER: πραγματικά, πολύ, πράγματι, πραγματικά να, πραγματικότητα, πραγματικότητα

GT GD C H L M O
rector /ˈrek.tər/ = NOUN: πρύτανης, εφημέριος; USER: πρύτανης, εφημέριος, πρύτανη, Rector, πρύτανης του

GT GD C H L M O
reformations

GT GD C H L M O
registered /ˈredʒ.ɪ.stəd/ = ADJECTIVE: εγγεγραμμένος; NOUN: συστημένο; USER: εγγεγραμμένος, καταχωρηθεί, νηολογημένα, εγγραφεί, καταχωριστεί, καταχωριστεί

GT GD C H L M O
relation /rɪˈleɪ.ʃən/ = NOUN: σχέση, αναφορά, συγγένεια, αφήγηση, διήγηση; USER: σχέση, αφορά, σχέση με, σχετικά, όσον αφορά

GT GD C H L M O
representative /ˌrepriˈzentətiv/ = NOUN: εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος, εντολοδόχος, πράκτορας; ADJECTIVE: αντιπροσωπευτικός; USER: εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος, αντιπροσωπευτικός, εντολοδόχος, αντιπροσωπευτική

GT GD C H L M O
researchers /rɪˈsɜːtʃər/ = NOUN: ερευνητής; USER: ερευνητές, οι ερευνητές, ερευνητών, των ερευνητών, τους ερευνητές

GT GD C H L M O
result /rɪˈzʌlt/ = NOUN: αποτέλεσμα, εξαγόμενο; VERB: προκύπτω, επακολουθώ, καταλήγω; USER: αποτέλεσμα, οδηγήσει, ως αποτέλεσμα, προκαλέσει, έχει ως αποτέλεσμα

GT GD C H L M O
romanian /rʊˈmeɪ.ni.ən/ = ADJECTIVE: ρουμανικός; NOUN: Ρουμανός; USER: ρουμανικός, ρουμανική, Ρουμάνικα, ρουμανικά, της Ρουμανίας

GT GD C H L M O
run /rʌn/ = NOUN: τρέξιμο, δρόμος; VERB: τρέχω, ρέω; USER: τρέχει, τρέχουν, τρέξει, εκτελέσετε, εκτελέστε, εκτελέστε

GT GD C H L M O
s = ABBREVIATION: μικρό; USER: s, ες, α, ων

GT GD C H L M O
same /seɪm/ = NOUN: ίδιο; ADJECTIVE: ίδιος, όμοιος; PRONOUN: ίδιος; USER: ίδιο, ίδιος, ίδια, ίδιες, ίδιας, ίδιας

GT GD C H L M O
school /skuːl/ = NOUN: σχολείο, σχολή, κοπάδι ψάρια, πλήθος ιχθύων; VERB: εκπαιδεύω, παιδαγωγώ; USER: σχολείο, σχολή, σχολείου, το σχολείο, σχολική, σχολική

GT GD C H L M O
scientific /ˌsīənˈtifik/ = ADJECTIVE: επιστημονικός; USER: επιστημονικός, επιστημονική, επιστημονικής, επιστημονικών, επιστημονικές

GT GD C H L M O
sender /ˈsen.dər/ = NOUN: αποστολέας, πομπός, αποστολεύς; USER: αποστολέας, αποστολέα, τον αποστολέα

GT GD C H L M O
sent /sent/ = VERB: στέλνω, αποστέλλω, στέλλω, πέμπω; USER: αποστέλλονται, αποστέλλεται, έστειλε, απέστειλε, στείλει

GT GD C H L M O
several /ˈsev.ər.əl/ = ADJECTIVE: διάφοροι; PRONOUN: μερικοί; USER: διάφοροι, αρκετές, πολλές, πολλά, διάφορες

GT GD C H L M O
shelves /ʃelvz/ = NOUN: ράφι, υφαλοκρηπίδα, εταζέρα, ύφαλος; USER: ράφια, τα ράφια, ράφια των, ραφιών, ράφια των καταστημάτων

GT GD C H L M O
since /sɪns/ = PREPOSITION: seit; CONJUNCTION: seit, da, weil, seitdem, zumal, nun, wo; ADVERB: seitdem, inzwischen; USER: από, αφού, επειδή, από τότε, από το, από το

GT GD C H L M O
society /səˈsaɪ.ə.ti/ = NOUN: κοινωνία, εταιρία, σύλλογος, συντροφιά, αριστοκρατία; USER: κοινωνία, κοινωνίας, της κοινωνίας, την κοινωνία, πολιτών

GT GD C H L M O
solid /ˈsɒl.ɪd/ = ADJECTIVE: στερεός, συμπαγής, ατόφιος, μονόχρωμος, σύσσωμος; NOUN: στέρεο; USER: στερεός, στέρεο, συμπαγής, στερεό, στερεά

GT GD C H L M O
some /səm/ = PRONOUN: μερικοί, κάποιος, τινές, κάμποσος; ADVERB: περίπου; USER: μερικοί, περίπου, κάποιος, μερικά, κάποια, κάποια

GT GD C H L M O
special /ˈspeʃ.əl/ = ADJECTIVE: ειδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός, έκτακτος, συγκεκριμένος, εξαιρετικός; USER: ειδικός, ειδική, ειδικές, ειδικών, ειδικό, ειδικό

GT GD C H L M O
staff /stɑːf/ = NOUN: προσωπικό, επιτελείο, ράβδος, σκυτάλη, βακτήρια, πεντάγραμμα μουσικής; VERB: επανδρώνω; USER: προσωπικό, προσωπικού, το προσωπικό, του προσωπικού, υπαλλήλων

GT GD C H L M O
structure /ˈstrʌk.tʃər/ = NOUN: δομή, κατασκευή, κτίριο, οικοδομή; USER: δομή, κατασκευή, δομής, διάρθρωση, διάρθρωσης, διάρθρωσης

GT GD C H L M O
structured /ˈstrʌk.tʃəd/ = ADJECTIVE: δομημένος; USER: δομημένος, δομημένη, δομημένο, διαρθρωμένη, διαρθρωμένο

GT GD C H L M O
students /ˈstjuː.dənt/ = NOUN: φοιτητόκοσμος; USER: φοιτητές, μαθητές, οι μαθητές, σπουδαστές, μαθητών, μαθητών

GT GD C H L M O
study /ˈstʌd.i/ = NOUN: μελέτη, σπουδή, διάβασμα, σπουδαστήριο; VERB: μελετώ, σπουδάζω; USER: μελέτη, μελετήσει, τη μελέτη, μελετήσουν, σπουδάσουν, σπουδάσουν

GT GD C H L M O
studying /ˈstʌd.i/ = VERB: μελετώ, σπουδάζω; USER: μελετώντας, μελέτη, σπουδές, τη μελέτη, σπουδάζουν, σπουδάζουν

GT GD C H L M O
such /sʌtʃ/ = PRONOUN: τέτοιος, τοιούτος, τάδε; USER: τέτοιος, όπως, τέτοια, εν λόγω, αυτών, αυτών

GT GD C H L M O
supports /səˈpɔːt/ = NOUN: υποστήριξη, συντήρηση, υποστήριγμα, επιδότηση, συμπαράσταση; VERB: υποστηρίζω, στηρίζω, συντηρώ, στυλώνω, ανέχομαι; USER: υποστηρίζει, στηρίζει, υποστηρίζει την, υποστηρίζει τη, υποστηρίζει τις

GT GD C H L M O
teaching /ˈtiː.tʃɪŋ/ = NOUN: διδασκαλία, διδαχή; USER: διδασκαλίας, διδασκαλία, διδακτικό, διδακτικού, τη διδασκαλία, τη διδασκαλία

GT GD C H L M O
th /ˈTHôrēəm/ = USER: ου, th, ος, λέξη, λέξη

GT GD C H L M O
that /ðæt/ = CONJUNCTION: ότι, ώστε, πως; ADVERB: τόσο; PRONOUN: εκείνος, όστις; USER: ότι, πως, ώστε, που, ότι η, ότι η

GT GD C H L M O
the /ðiː/ = ARTICLE: ο; USER: ο, η, το, την, της

GT GD C H L M O
then /ðen/ = ADVERB: τότε, έπειτα, λοιπόν; USER: τότε, έπειτα, στη συνέχεια, συνέχεια, κατόπιν, κατόπιν

GT GD C H L M O
there /ðeər/ = ADVERB: εκεί; USER: εκεί, υπάρχει, υπάρχουν, υφίσταται, υπάρξει, υπάρξει

GT GD C H L M O
this /ðɪs/ = PRONOUN: αυτό, τούτος, ούτος; USER: αυτό, αυτή, Αυτό το, αυτή η, Η παρούσα, Η παρούσα

GT GD C H L M O
those /ðəʊz/ = PRONOUN: tamti; USER: εκείνοι, εκείνους, εκείνες, αυτές, εκείνων, εκείνων

GT GD C H L M O
through /θruː/ = ADVERB: διά μέσου, πέρα πέρα, κατ' ευθείαν; ADJECTIVE: τελειομένος; USER: μέσω, μέσω της, μέσα, μέσω του, με, με

GT GD C H L M O
time /taɪm/ = NOUN: φορά, ώρα, χρόνος, εποχή, καιρός; VERB: κανονίζω τον καιρό, μετρώ τον καιρό, συγχρονίζω; USER: χρόνος, ώρα, φορά, καιρός, εποχή, εποχή

GT GD C H L M O
times /taɪmz/ = NOUN: φορές; USER: φορές, χρόνους, χρόνοι, ώρες, φορές την, φορές την

GT GD C H L M O
to /tuː/ = USER: to-, to, για, προς, μέχρι, εις; USER: να, για, προς, μέχρι, σε, σε

GT GD C H L M O
units /ˈjuː.nɪt/ = NOUN: μονάδα, μονάς; USER: μονάδες, μονάδων, οι μονάδες, τις μονάδες, μονάδες που

GT GD C H L M O
university /ˌyo͞onəˈvərsətē/ = NOUN: πανεπιστήμιο; USER: πανεπιστήμιο, πανεπιστημίου, πανεπιστημίων, πανεπιστημιακών, πανεπιστημιακή, πανεπιστημιακή

GT GD C H L M O
until /ənˈtɪl/ = PREPOSITION: μέχρι, έως, ίσαμε; CONJUNCTION: ώσπου, ότου; USER: μέχρι, έως, έως ότου, μέχρι τις, μέχρι να, μέχρι να

GT GD C H L M O
used /juːst/ = ADJECTIVE: χρησιμοποιημένος, μεταχειρισμένος; USER: χρησιμοποιείται, χρησιμοποιούνται, που χρησιμοποιείται, που χρησιμοποιούνται, χρησιμοποιηθεί

GT GD C H L M O
very /ˈver.i/ = ADVERB: πολύ, ακριβώς, λίαν, ακόμη και; ADJECTIVE: αληθής, ατούσιος; USER: πολύ, ιδιαίτερα, είναι πολύ, ακριβώς, ακριβώς

GT GD C H L M O
victory /ˈvɪk.tər.i/ = USER: νίκη, τη νίκη, νίκης, η νίκη, νίκη του, νίκη του

GT GD C H L M O
was /wɒz/ = USER: ήταν, είχε, έγινε, έγινε

GT GD C H L M O
way /weɪ/ = NOUN: τρόπος, δρόμος, μέσο, διαδρομή, οδός, πέρασμα; USER: τρόπος, δρόμος, τρόπο, τρόπος για, τον τρόπο, τον τρόπο

GT GD C H L M O
we /wiː/ = PRONOUN: εμείς; USER: εμείς, θα, που, έχουμε, μπορούμε, μπορούμε

GT GD C H L M O
were /wɜːr/ = USER: ήταν, είχαν, ήσαν, οι, οι

GT GD C H L M O
when /wen/ = CONJUNCTION: όταν, άμα; ADVERB: πότε; USER: όταν, κατά, κατά την, πότε, πότε

GT GD C H L M O
which /wɪtʃ/ = PRONOUN: ο οποίος, ποιός; USER: ο οποίος, που, οποία, η οποία, οποίο, οποίο

GT GD C H L M O
wide /waɪd/ = ADJECTIVE: ευρύς, φαρδύς, πλατύς; USER: ευρύς, ευρύ, μεγάλη, ευρεία, ευρείας, ευρείας

GT GD C H L M O
will /wɪl/ = USER: will-, will, would, shall, βούληση, θέληση, διαθήκη; VERB: θέλω, διαθέτω, δίνω για διαθήκη; USER: θα, θα είναι, βούληση, θέληση, θέληση

GT GD C H L M O
with /wɪð/ = PREPOSITION: με, μαζί, μετά, συν; USER: με, με το, με την, με τις, με τα, με τα

GT GD C H L M O
within /wɪˈðɪn/ = PREPOSITION: εντός, μέσα; USER: μέσα, εντός, κατά, στο, σε

GT GD C H L M O
without /wɪˈðaʊt/ = PREPOSITION: χωρίς, άνευ, δίχως, καν; ADVERB: έξω; USER: χωρίς, χωρίς να, δεν, χωρίς την, χωρίς την

GT GD C H L M O
works /wɜːk/ = NOUN: εργοστάσιο; USER: έργα, λειτουργεί, εργάζεται, δουλεύει, εργοστασίου, εργοστασίου

GT GD C H L M O
world /wɜːld/ = NOUN: κόσμος, υφήλιος, σύμπαν; USER: κόσμος, κόσμο, κόσμου, παγκοσμίως, παγκόσμια, παγκόσμια

GT GD C H L M O
would /wʊd/ = USER: would-, will, would, shall; USER: θα, θα ήταν, κάνατε, θα μπορούσε, θα μπορούσε

GT GD C H L M O
years /jɪər/ = NOUN: έτος, χρόνος; USER: χρόνια, έτη, ετών, χρονών, χρονών

GT GD C H L M O
yet /jet/ = ADVERB: ακόμη, όμως, εν τούτοις; USER: ακόμη, όμως, ακόμα, αλλά, υπάρχουν ακόμη, υπάρχουν ακόμη

GT GD C H L M O
you /juː/ = PRONOUN: εσείς, εσύ, σείς, σύ; USER: εσείς, εσύ, σας, μπορείτε, που, που

221 words